Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

«Ο Θάνος και ο Μικρούτσικος»


Ο Θάνος Μικρούτσικος
και ο Οδυσσέας Ιωάννου
στο Εμβόλιμον
στα Άσπρα Σπίτια της Παραλίας Διστόμου
με αφορμή το βιβλίο
«Ο Θάνος και ο Μικρούτσικος»

Από την Πάτρα του 1947 μέχρι την Ελλάδα του Μνημονίου, ο Θάνος Μικρούτσικος μιλάει για τη ζωή του, το τραγούδι, την πολιτική. Σημάδια που «κέρδισε» από τον χρόνο και σημάδια που ο ίδιος έβαλε στον χάρτη του νεοελληνικού πολιτισμού. Γεγονότα, σκέψεις, συναισθήματα μιας συναρπαστικής διαδρομής. Παρεμβάλλονται κείμενα του Οδυσσέα Ιωάννου, ματιές και σκέψεις επάνω στις αφηγήσεις του συνθέτη.
Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012 στις 7.30 μ.μ.

Έκθεση κούκλας


ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΛΕΒΑΔΕΙΑΣ
ΕΚΘΕΣΗ ΚΟΥΚΛΑΣ
ΣΕ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΤΟ ΚΟΥΚΛΟΘΕΑΤΡΟ ΛΑΜΙΑΣ

Η Βιβλιοθήκη Λιβαδειάς και το Κουκλοθέατρο Λαμίας παρουσιάζουν έκθεση κούκλας με σκοπό την ευαισθητοποίηση του κοινού στην τέχνη του κουκλοθεάτρου.
Η έκθεση έχει τον τίτλο «Δώδεκα» και αντλεί τη θεματολογία της από τη σημασία του αριθμού στην ελληνική μυθολογία, στην ιστορία και στην καθημερινότητα.
Οι ώρες λειτουργίας είναι:
Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012, 8.30 πμ.- 2.30 μμ.
Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012, 8.30 πμ. – 8.30 μμ.
Η έκθεση θα παρουσιαστεί στην αίθουσα εκδηλώσεων της Βιβλιοθήκης (Κάδμου και Δαιδάλου -3ος όροφος)

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Καθαρή Δευτέρα των χαρταετών

                                 Οι χαρταετοί στη ζωγραφική....

  Χαρταετοί στη λογοτεχνία: Κοσμάς Πολίτης, Εμπειρίκος, Ελύτης…


«Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα ματαδείς ένα τέτοιο θάμα. Αρχινούσανε την Καθαρή Δευτέρα -είτανε αντέτι- και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη, ώσαμε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ’ Αλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. […] Ολάκερη τη Μεγάλη Σαρακοστή, κάθε Κυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Ανέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Και όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορονίζανε ψηλά. Θα που πεις, κι εδώ, την Καθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Είδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Εκεί, ούλα είταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Και χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου.»,
  (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, Εστία).
*Τσερκένι: ο χαρταετός

Ανδρέας Εμπειρίκος, «Οι χαρταετοί»
Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακρο-
κεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασ-
σα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πε-
τούν το Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.
Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι
Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω
Από την πόλη, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βου-
νών οπι αετοί.
Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους
χάρτινους κομήτες με τις μακριές ουρές. Ουράνιοι δράκοι
πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέω-
μα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.
Είναι η ώρα κάτασπρη, η έκστασις γαλάζια. Η πόλις
αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα,
από τα στόματά των πηδούν σαν πίδακες οι λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.
(Α. Εμπειρόκος, Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος)

«Ποίηση χαρταετός που ξέφυγε απ’ τα χέρια παιδιού, πεταλούδα που γλιτώνει απ’ τη φωτιά, νύχτα στρωμένη τσιγάρα λέξεις …»,  Θωμάς Γκόρπας…
«Ὅτι μπόρεσα ν΄ ἀποχτήσω μία ζωὴ ἀπὸ πράξεις ὁρατὲς γιὰ ὅλους, ἑπομένως νὰ κερδίσω τὴν ἴδια μου διαφάνεια, τὸ χρωστῶ σ΄ ἕνα εἶδος εἰδικοῦ θάρρους ποὺ μοῦ ῾δωκεν ἡ Ποίηση: νὰ γίνομαι ἄνεμος γιὰ τὸ χαρταετὸ καὶ χαρταετὸς γιὰ τὸν ἄνεμο, ἀκόμη καὶ ὅταν οὐρανὸς δὲν ὑπάρχει….».
 (Ο. Ελύτης, Μικρός Ναυτίλος)

Ο. Ελύτης, «Ο χαρταετός»
Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη
και όταν έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη ώρες και ώρες.
ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
-δεν ονειρευόμουν- ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω
κάτι σαν την “ανάμνηση τον μέλλοντος”
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε-
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες
σαν όρχεις και να χάνομαι. . .
Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελουσανε·
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι:
“δεσποινίς” φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι “πάνω άνθρωποι” έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους “κάτω”·είχανε γενειάδες
και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια
“μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ‘βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι ” Ή Άννέτα με τα σάνταλα”
” Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης”
το “Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει”
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω — δεν ονειρευόμουν αίφνης εκείνο
το “Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα”
Μου το ‘χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το ‘χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο
κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·
φοβόμουνα και μου άρεσε το δωμάτιο μου
ή εγώ — δεν το κατάλαβα ποτέ μου.
Είμαι από πορσελάνη καί
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες
όπως ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι καί τα νήπια·
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση αείποτε μ’ έθρεψε
και αυτό εναπόκειται σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν.
Κάποτε η φωνή της σάλπιγγας
από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα
και όλοι γύρω μου χειροκροτούσαν
-απίστευτων χρόνων θραύσματα μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό
πού με πιτσίλιζαν·τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.
(Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη)

Η Αποκριά






                                                            Εικόνες: Poen de Wijs

Η Αποκριά
Ποίηση: ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Μακριά σ' έν' άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μέσα στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανέπνεε κανείς πεθαμένα παιδιά ανέβαινα
ν ολοένα στον ουρανό κατέβαιναν μια στιγμή να
πάρουν τους αετούς τους που τους είχαν
ξεχάσει έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή μόνο περνούσαν
φάλαγγες στρατιώτες εν δυο εν δυο με παγωμένα δόντια

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι αποκριάτικο γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα μαχαιρωμένο
Μακριά σ' έν' άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά.

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

«Φευγαλέες Ματιές» έκθεση φωτογραφίας της Βιολέττας Νικολάου και Μαρίας Μίχου

Η Φωτογραφική Λέσχη Λιβαδειάς  διοργανώνει έκθεση φωτογραφίας των μελών της,  Βιολέττας Νικολάου και  Μαρίας Μίχου, με θέμα: 
«Φευγαλέες Ματιές».

Η έκθεση θα αναρτηθεί στην αίθουσα της Φωτογραφικής Λέσχης Λιβαδειάς Μπουφίδου 32-34, από τις 22 Φεβρουαρίου έως τις 3 Μαρτίου 2012 .
Τα εγκαίνια της έκθεσης θα γίνουν την Τετάρτη 22/02/2012 και ώρα 19.00
Ώρες λειτουργίας έκθεσης καθημερινά: 18.30 - 21.00

Είσοδος ελεύθερη
διοργάνωση : Φωτογραφική Λέσχη Λιβαδειάς
www.fotolesxilivadias.gr E-mail: fotolesxilivadias@gmail.com
Χορηγός επικοινωνίας: fmag - photography fan/magazine  http://www.fmag.gr - E-mall: info@fmag.gr

Για το Δ. Σ.   της  Φ. Λ. Λιβαδειάς
       Ο   Π Ρ Ο Ε Δ Ρ Ο Σ                             Η   Γ Ρ Α Μ Μ Α Τ Ε Α Σ
        Ιωάννης  Βελούδιος                                   Δήμητρα  Βήττα

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Harlequin by Picasso


Το άλλο εγώ του Picasso είναι ο Αρλεκίνος, ένας μυστηριακός χαρακτήρας με κλασσικές ρίζες, ο οποίος συνδέεται με το θεό Ερμή, με την αλχημεία και με τον κάτω κόσμο. Η ικανότητα του Αρλεκίνου είναι να γίνεται αόρατος και να ταξιδεύει σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου παίρνοντας οποιαδήποτε μορφή. Πρόκειται για ικανότητες που του τις έδωσε ο Ερμής. Ο Αρλεκίνος συχνά χρησιμοποιεί το κρασί για να παρασύρει τις γυναίκες. Το ίδιο κάνει κι ο Αρλεκίνος του Picasso περιστασιακά όπως φαίνεται στον πίνακα του Au Lapin Agile (1905). Ο Αρλεκίνος εμφανίζεται επίσης ως πατέρας ενός νεογέννητου. Άλλωστε ο Αρλεκίνος έχει την ικανότητα να θρέφει ο ίδιος τα παιδιά του.  περισσότερα





























ΦΙΛΟΙ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ: Γενική συνέλευση & Αρχαιρεσίες (22/2/12)

Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου μας ΦΙΛΟΙ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ, στην 1η/14-1-2012 συνεδρίασή του, αποφάσισε την πραγματοποίηση Γενικής Συνέλευσης, σύμφωνα με το άρθρο 10 (παρ. 3,4,7,8)  του καταστατικού.
Η Συνέλευση θα πραγματοποιηθεί στις
22 Φεβρουαρίου 2012, ημέρα Τετάρτη και ώρα 6.00
μ.μ.
, στην αίθουσα εκδηλώσεων της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Λιβαδειάς (3ος όρ.), με τα παρακάτω θέματα ημερήσιας διάταξης :

  • Εκλογή Προεδρείου Γενικής Συνέλευσης
  • Διοικητικός & οικονομικός απολογισμός απερχόμενου Διοικητικού Συμβουλίου
  • Έκθεση Ελεγκτικής Επιτροπής
  • Τοποθετήσεις μελών Γενικής Συνέλευσης
  • Έγκριση πεπραγμένων και απαλλαγή απερχόμενου Διοικητικού Συμβουλίου & της Ελεγκτικής Επιτροπής
  • Εκλογή Εφορευτικής Επιτροπής και διεξαγωγή αρχαιρεσιών ανάδειξης νέου Διοικητικού Συμβουλίου και Ελεγκτικής Επιτροπής.
Ο Σύλλογος ΦΙΛΟΙ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ υποστηρίζει και επιδιώκει την ανάδειξη του πραγματικού και πολυδύναμου ρόλου της Βιβλιοθήκης της πόλης μας στα πολιτιστικά δρώμενα της περιοχής μας. Για το λόγο αυτό, η παρουσία όλων σας κρίνεται απαραίτητη, και σας καλούμε όλους να παρευρεθείτε και με την ενεργό συμμετοχή σας στη Γενική Συνέλευση να συμβάλλετε στην ανάδειξη των μελών του νέου Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου μας για τα επόμενα δύο χρόνια.

Για το Δ. Σ. του ΣΦΒ Λιβαδειάς


Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ
H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βέρα Πελέκη
Πόπη Αδαμάκη

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Το ημερολόγιο της Κρίσης: Με τον Παύλο Τσίμα στις 8.00 το βράδυ τη Δευτέρα 20-2-12

Το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
σας προσκαλούν  στην παρουσίαση του βιβλίου του Παύλου Τσίμα


ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
Νέα Υόρκη, Σεπτέμβριος 2008-Αθήνα, Οκτώβριος 2011

τη Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012, στις 8 μ.μ.,
στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
(Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, πρώην Πεσ. Μαχητών, Λιβαδειά).

Ο συγγραφέας θα μιλήσει για το βιβλίο του.
Θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό.

Περισσότερα στο blog του βιβλιοπωλείου http://sigxroniekfrasi.blogspot.com/

Λαμπρόπουλος Νίκος
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
Πεσόντων Μαχητών 47
Λιβαδειά 32100
τηλ: 2261023136
fax: 2261021481

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

150 χρόνια από τους Άθλιους του Ουγκώ.

 O Χώρος Διαλόγου και Δημιουργίας ¨Καμπάνη 2¨ και το Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής σας καλουν στην εκδήλωση για τα 150 χρόνια από την έκδοση των Αθλίων του Βίκτωρα Ουγκώ.
Η εκδήλωση θα γίνει την Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου στις 7.30 μμ στο Art-Garage, Σολωμού 13, στα Εξάρχεια.
Θα μιλήσουν οι Πανεπιστημιακοί Ευθύμης Παπαδημητρίου και Μάκης Καβουριάρης και οι Δημοσιογράφοι Άρης Μαλανδράκης και Γιώργος Σαράφης.
Θα παρέμβει ο συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης.
Συμμετέχουν οι ηθοποιοί Ελένη Κωνσταντίνου και Νίκος Καίσαρης.
Παρουσίαση κειμένων Ελένη Δημοπούλου. Οργάνωση παραγωγής Δημήτρης Δημόπουλος.
Θα υπάρξει ταυτοχρονη προβολή βίντεο με στιγμιότυπα απο ταινίες και κομικς που σχετίζονται με το αριστούργημα του Ουγκώ.

Τη μουσική επιμέλεια έχουν η Μαρίνα Παπαδημητρίου και ο Μιχάλης Μεσσήνης.
Τη σκηνοθετική επιμέλεια έχει ο Δημήτρης Σκλάβος.

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Πουλάμε τη ζωή χρεώνουμε το θάνατο


Του Γιώργου Χ. Θεοχάρη απο BookPress
Αγαθόν το εξομολογείσθαι τω Κυρίω και ψάλλειν τω ονόματί σου, Ύψιστε· του αναγγέλλειν το πρωί το έλεός σου και την αλήθειάν σου κατά νύκτα.
Θα μπορούσε κανείς να πει πως το απόστιχο αυτό της ορθόδοξης λειτουργικής υμνογραφίας εξεικονίζει την πρόθεση της Αγαθής Δημητρούκα να εξομολογηθεί, στη μνήμη του Νίκου Γκάτσου, και να ψάλλει ύμνο στην αλήθεια της συνύπαρξής τους. 
Κι’ αληθινά μία εκ βαθέων εξομολόγηση είναι τούτο το κείμενο, παρ’ ό,τι σημειώνεται ως μυθιστορηματική αυτοβιογραφία. Το προσδιοριστικό επίθετο «μυθιστορηματική», πιστεύω πως γίνεται αποδεκτό μόνο και μόνο επειδή η ζωή της Αγαθής Δημητρούκα και το εκπληκτικό άλμα που πραγματοποίησε, ανοίγοντας δρόμους προσωπικούς, και η προσωπικότητα του Νίκου Γκάτσου και της πνευματικής του συντροφιάς, έχουν τέτοιας ποιότητας χαρακτηριστικά που αγγίζουν τα όρια του μύθου.
Στο βιβλίο, η Αγαθή Δημητρούκα, διηγείται την πορεία του βίου της, από την παιδική ηλικία στον Πεντάλοφο Αιτωλοακαρνανίας στα τέλη της δεκαετίας του 1950, μέχρι το 1992, χρονιά που ο Νίκος Γκάτσος έπαψε να υπάρχει ως όντως σώμα και παρέμεινε –και θα παραμένει- ως πνεύμα, ως πνευματικό έργο, τροφοδοτώντας ζείδωρα την αναπνοή της ελληνικής μας γλώσσας.
Το ένα τρίτο περίπου της αφήγησης καλύπτει η εξιστόρηση της παιδικής και εφηβικής ηλικίας της Αγαθής Δημητρούκα στον γενέθλιο τόπο. Το χωριό της, ένας τυπικός, απομονωμένος, αγροτοκτηνοτροφικός οικισμός της ελληνικής επαρχίας με όλα τα χαρακτηριστικά των πληγών που άφησε ο πόλεμος και ο εμφύλιος σπαραγμός στον τόπο και στις ψυχές των ανθρώπων.
Η συγγραφέας σκιαγραφεί αδρά την εποχή, συχνά-πυκνά με τόνους ασπρόμαυρους που ταιριάζουν με τη σκληρότητα, τη μιζέρια, τα ψυχικά αδιέξοδα εκείνων των χρόνων, αλλά και με την ελπίδα και τον αγώνα για ανάταση.
dimitrouka-gatsos
Η μικρή Αγαθή μεγαλώνει σ’ ένα αγροτόσπιτο της μιας κάμαρας με γείτονες, πιθανότατα και συγγενείς, γύπες που επωφθαλμιούν και πιέζουν αφόρητα ν’ αρπάξουν το πέριξ οικόπεδο, ώσπου το καταφέρνουν. Καταλυτική, πρακτικά και εξ’ ανάγκης, ενεργητική μορφή είναι αυτή της μάνας. Από εκείνης το χέρι περνάει η φροντίδα του σπιτιού, η καλλιέργεια των χωραφιών, η μέριμνα για τα ζωντανά, εκείνη γίνεται αποδέκτης της επίθεσης των γειτόνων. Η Αγαθή βοηθά τη μάνα έχοντας, από παιδί, το βλέμμα της ψυχής της στραμμένο στη φυγή από τη μιζέρια, από το στενόχωρο, καταπιεστικό περιβάλλον. Κυρίαρχη όμως μορφή αποτελεί ο πατέρας. Ακινητοποιημένος μέσα στο σπίτι από πολιομυελίτιδα, μισοπαράλυτος, «πατσαλός», όπως ανάλγητα τον αποκαλούν οι γύπες-γείτονες, ρίχνει τον ίσκιο του ευεργετικά, προστατευτικά πάνω στο βλασταράκι του, στην «τσούπα» του, όπως την λέει, κι αυτός κι η μάνα της, με περηφάνια. Κι η Αγαθή τον περιποιείται, τον φροντίζει, και παράλληλα μιλάει μαζί του, κουβεντιάζει, δίνει και παίρνει. Ο πατέρας της είναι ο πρώτος δάσκαλος, εκείνος της μαθαίνει τα πρώτα γράμματα. Κι η Αγαθή είναι ένα παιδί φανατικό για γράμματα. Όταν θα πάει στο Γυμνάσιο θα μαζεύει πενηνταράκι-πενηνταράκι το χαρτζιλίκι της για ν’ αγοράζει βιβλία. Να πώς περιγράφει την αγοραστική δυνατότητα της εποχής:
Με ένα τάλιρο, τότε, μπορούσα να αγοράσω πενήντα τσίχλες ή πενήντα καραμέλες γάλακτος ή εκατό απλές, ή δέκα μικρές σοκολάτες ή πέντε μεσαίες αμυγδάλου ή δύο μεγάλες, ή πέντε πακετάκια μπισκότα σκέτα ή τέσσερα πακέτα γεμιστά, ή δέκα μαντολάτα ή οχτώ παστέλια ή δέκα κουτάκια βανίλια –αυτή που γίνεται υποβρύχιο-, κι αν το κράταγα για το καλοκαίρι, θα μπορούσα να πάρω από τον παγωτατζή δέκα χωνάκια παγωτό χύμα ή πέντε κύπελλα ή τέσσερις πυραύλους του εμπορίου.
Όμως η Αγαθή ήθελε να παίρνει βιβλία. Ήθελε να δικαιώσει τις προσδοκίες των γονιών της για την «τσούπα» τους, μα πιο πολύ να δώσει υπόσταση στην παρόρμηση που φούντωνε στις εκβολές της ψυχής της για γνώση και για φυγή από οτιδήποτε την καταπίεζε, μέσω της γνώσης. Και την καταπίεζαν πολλά που γίνονταν εύκολα αντιληπτά, και κάποια που μόνο εκείνη γνώριζε, κάποια που μόνο το παιδικό κορμάκι κι η ψυχούλα της υπέμεναν.
Η επαφή με τον επεξεργασμένο λόγο, στην έντυπη ή στην άυλη μορφή του, ήρθε μέσα από τα μαθητικά βιβλία κι από βιβλία που έστελνε στο πατέρα της κάποιος συμμαθητής του, εκπαιδευτικός, καθώς και από τα ερτζιανά, κυρίως από τον Ραδιοφωνικό σταθμό Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου. Κείμενα λογοτεχνικά και τραγούδια.
[…] μάζευα πενηντάλεπτο πενηντάλεπτο το καθημερινό χαρτζιλίκι –κι αντί να παίρνω κάθε δεύτερη μέρα μια τυρόπιτα της μιας δραχμής, έπαιρνα κάθε μήνα κι ένα βιβλίο: τον Επιτάφιο του Ρίτσου, τη Ρωμιοσύνη, τη Σονάτα του Σεληνόφωτος… Κάποτε πήρα και την Ασκητική του Καζαντζάκη. Έπειτα άρχισα να παίρνω τις σαιξπηρικές τραγωδίες στις μεταφράσεις του Ρώτα. Τελευταίο πήρα τον Ματωμένο γάμο του Λόρκα στη μετάφραση του Γκάτσου.
Και θα φτάσει κάποτε ως τα κακοτράχαλα όρια του μικρού της χωριού η αύρα του πολιτισμικού και πολιτικού μηνύματος των Λαμπράκηδων, κι οι μουσικές του Μίκη και το οραματικό φάσμα μιας καλύτερης πιο δίκαιης κοινωνίας.
Ο πατέρας της Αγαθής, παίρνει την παράτολμη απόφαση να μετακομίσουν στην Αθήνα, στα Λιόσια, προκειμένου η «τσούπα» του να εξασφαλίσει αποτελεσματικότερες συνθήκες σπουδών. Αυτός ο πατέρας, που όπως γράφει η Αγαθή, με το μερίδιο που του αντιστοιχούσε από την πώληση ενός οικογενειακού χωραφιού:
[…] σαν εφόδιο για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση- μου πήρε την εγκυκλοπαίδεια Δομή, που έδινε δώρο το δεκαπεντάτομο λεξικό Δημητράκου. Πολύ μεγάλη απόφαση, αν φανταστεί κανείς πως τότε αυτές οι πέντε χιλιάδες δραχμές αντιστοιχούσαν σε πέντε στρέμματα χωράφι. Αλλά κι εγώ πόσες φορές τα έχω οργώσει, ξεφυλλίζοντας τριάντα τόμους, συν έναν της Πινακοθήκης, τριάντα έναν!
Η εγκατάσταση στην Αθήνα δεν θα ευδοκιμήσει για λόγος πρακτικούς. Θα επιστρέψουν στο χωριό. Θα συνεχίσει στο Μεικτό Γυμνάσιο Νεοχωρίου κι αργότερα στο Θηλέων Μεσολογγίου. Όμως η Αγαθή ξέρει πλέον το δρόμο. Ξέρει πού βρίσκεται το αντικείμενο του πόθου της: η μήτρα της γνώσης. Κι όποτε μπορεί το σκάει για την Αθήνα. Ήδη έχει επισκευτεί τον Ρίτσο στο σπίτι του και τη νύχτα του Πολυτεχνείου φορτώθηκε ένα σακούλι λεμόνια πήρε και το τρατζιστοράκι της και τράβηξε για τη φωτιά των γεγονότων. Και μόλις έπεσε η δικτατορία ξανακατέβηκε στην κηδεία του Βάρναλη. Κι εντάχθηκε στις πολιτικές νεολαίες της Αριστεράς. Και προσπαθούσε να ρουφήξει τη ζωή μέσα από τη γνώση και τη δράση. Ήδη, όπως είπαμε, λίγο πριν ταυτοποίησε ένα όνομα, αυτό του Νίκου Γκάτσου, με ό,τι καταλυτικά την συγκλόνισε, ως γραφή, ως στίχος, πρωτότυπος ή μεταφρασμένος. Να πώς το αφηγείται:
[…] εκείνο το φθινόπωρο του 1974 έκανα τη μεγαλύτερη διαπίστωση της ζωής μου: η μετάφραση του Ματωμένου γάμου, η διασκευή και ραδιοσκηνοθεσία κάποιων θεατρικών έργων και οι στίχοι των τραγουδιών που με συγκινούσαν και περίμενα να τα ακούσω από το ραδιόφωνο σαν μηνύματα που εκπέμπονταν ακριβώς για μένα από έναν κόσμο μαγικό είχαν την υπογραφή «Νίκος Γκάτσος». Κάτι άστραψε στο μυαλό μου, στην ψυχή μου, γύρω μου, και μ’ έκανε να τρέξω στο τηλεφωνικό κέντρο και να ψάξω στον κατάλογο το τηλέφωνό του: μπορεί οι αγαπημένοι ποιητές να είναι μοναδικά όντα, δεν παύουν όμως –και είχα ήδη το παράδειγμα του Ρίτσου- να είναι άνθρωποι μέσα στο κοινωνικό σύνολο και όχι εκτός, όπως νομίζουν οι άμουσοι. Κι αφού βρήκα τον αριθμό, βρήκα και την τόλμη και του τηλεφώνησα.
Βρήκε τον αριθμό στον τηλεφωνικό κατάλογο. Απίστευτο ακούγεται σήμερα. Όμως τότε δεν είχαν κυριαρχήσει τα ωμοφαγικά ΜΜΕ του life style και οι δημιουργοί εμπιστεύονταν την κοινολόγηση της διεύθυνσης του σπιτιού τους και τον τηλεφωνικό τους αριθμό. Του τηλεφώνησε η Αγαθή, συστήθηκε, δεκαεξήμισι χρονών κοπελίτσα, ζήτησε την ταχυδρομική διεύθυνση και του έγραψε. Κι εκείνος ανταποκρίθηκε με χαρά, κι απάντησε, και τα Χριστούγεννα της έστειλε τα δώρα του, δίσκους βινυλίου, κασέτες, ένα ραδιοκασετόφωνο, μια πένα Parker και ελβετικές σοκολάτες. Και λίγο αργότερα εκείνος την επισκεύτηκε στο χωριό και γνώρισε τους γονείς της. Έτσι λοιπόν, με ένα τηλεφώνημα και μιαν επιστολή ξεκίνησε μια επαφή και μια σχέση ζωής. Της νεαρής Αγαθής Δημητρούκα, ενός αγριμιού με ζηλευτή φιλομάθεια και του ώριμου πνευματικά και ηλικιακά Νίκου Γκάτσου, του ποιητή της Αμοργού, του μεταφραστή, του στιχουργού που απέδειξε, πρώτος ίσως αυτός, την δυνατότητα ισοτιμίας της στιχουργικής με την ποίηση. Μόλις η νεαρή κοπέλα τέλειωσε το Σχολείο έφυγε για την Αθήνα, παρά τις φωνές της μάνας της.
Για την Αθήνα έφυγα (γράφει) με το «ζαρμπί» μου, δηλαδή με το έτσι θέλω. Πήρα τη γραφομηχανή μου και τα ρούχα μου, πήρα το λεωφορείο, και κατά τις δυόμισι το μεσημέρι χτυπούσα το κουδούνι της μονοκατοικίας της οδού Σπετσών 101 στην Κυψέλη.
Ο Νίκος με περίμενε.
«Άργησες» ήταν η πρώτη του κουβέντα.
«Μα…»
«Άργησες είκοσι χρόνια!»
«Πριν από είκοσι χρόνια δεν είχα ακόμα γεννηθεί…»
«Μάλλον έπρεπε να ήμουν εγώ είκοσι χρόνια νεότερος».
Έτσι ξεκίνησε μια σχέση μαθητείας, δημιουργίας και αγάπης, κάτω από την ίδια στέγη, που κράτησε ως το θάνατο του Γκάτσου. Την επιλογή της αυτή θα την εκφράσει, μορφοποιώντας την σε στίχους, αργότερα, στίχους όπως π.χ.: Τίναξα απ’ τον ώμο μου/την απελπισία,/χάραξα το δρόμο μου/στην κακοτοπιά ή ακόμη όπως: Θέλω να πετάξω ελεύθερα/πιο πέρα κι από το κενό/πράγματα μικρά και δεύτερα/δεν ξέρω ν’ αγαπώ.
Από το σημείο αυτής της πρώτης επαφής ξεκινά η εξιστόρηση της ζωής με τον Γκάτσο και με τους ανθρώπους της Τέχνης γύρω από τον Γκάτσο: Χατζιδάκις, Ελύτης, Ξαρχάκος, Λορεντζάτος, Μούσχουρη, Κηλαηδόνης, Μούτσης, Μητσιάς, Εμιρζάς, Πατσιφάς, Λεφεντάριος, Σταθόπουλος, Σωτήρης Μουστάκας, Μαρία Μπονέλου, άλλοι πολλοί συγγραφείς, ποιητές, μουσικοί, ηθοποιοί, ζωγράφοι. Καθηγητές στο λόγο και στο έργο των οποίων μαθήτευσε το νεαρό αγρίμι από την επαρχία, κάτω από την επίβλεψη και την υψηλή διδαχή του πρυτάνεως Γκάτσου. Γιατί ο Γκάτσος αναγνωριζόταν ως πρύτανης απ’ όλη τη σύνθεση της ιστορικής παρέας του «Φλόκα», του «Ζωναρά» και του «GB Corner».
Ως εκ τούτου, λοιπόν, τα δύο τρίτα του βιβλίου, μπορούμε να πούμε, πως είναι η βιογραφία ενός μέρους της ζωής και της δημιουργίας του Νίκου Γκάτσου δοσμένη μέσα από το αγαπητικό, αλλά δίκαιο και γι’ αυτό αντικειμενικό, βλέμμα της Αγαθής Δημητρούκα. Μαθαίνουμε πολλά για τον Γκάτσο. Για τις καθημερινές του συνήθειες, τον χαρακτήρα του, την αρχοντιά και τη γαλαντομία του, για τις εμμονές του, για το χιούμορ του, για τις απόψεις σχετικά με το τραγούδι και τη στιχουργική, για τους προγόνους και τους γονείς του, για τη γνώμη του σχετικά με ομότεχνούς του και τους φίλους, για τον τρόπο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγραψε τους στίχους κάποιων τραγουδιών, για τα σημάδια της φθοράς πάνω του, για την αρρώστια και το θάνατό του.
Όσο εντυπωσιακό, όσο θελκτικό κι αν είναι το περιεχόμενο των σελίδων που αναφέρονται στον Γκάτσο και τη συντροφία, ο αναγνώστης γοητεύεται από εκείνα τα σημεία στα οποία προβάλλει εξομολογητικά το πνεύμα και η συναισθηματική σκευή της Αγαθής Δημητρούκα:
η αυτογνωσία της:
[…] το υπερβολικό αίσθημα ασφάλειας (λέει) που μου ενέπνευσε, σε συνάρτηση με τον παρορμητικό χαρακτήρα μου, με έκανε συχνά να εκτιμώ λάθος καταστάσεις και πρόσωπα και να πέφτω σε παγίδες.
Γιατί, παρόλο που ακόμα και σήμερα, νιώθω τον Γκάτσο σα προστατευτική αύρα γύρω μου, σπάνια καταφέρνω να ισορροπώ: βουλιάζω στις καταβόθρες των λαθών μου.
η σεμνότητα και η ευγνωμοσύνη: Ο Γκάτσος αναρρώνει από καρδιακό επεισόδιο και κουράζεται εύκολα με αποτέλεσμα να παραιτείται με την πρώτη προσπάθεια από οποιαδήποτε πνευματική εργασία.
Ο Χατζιδάκις όμως, (γράφει η Αγαθή) ετοιμαζόταν για συναυλία στο Ηρώδειο με τη Νάνα Μούσχουρη και ήθελε, μαζί με τους Μύθους μιας γυναίκας, να παρουσιάσει με ελληνικούς στίχους και ορισμένα τραγούδια από τα Reflections, αφού τότε οι μετέπειτα Αντικατοπτρισμοί με τη Μούσχουρη προορίζονταν να δισκογραφηθούν.
Με τον Γκάτσο να παραιτείται λοιπόν και με τον Χατζιδάκι να μην έχει πρόβλημα αν τους στίχους τους έγραφα εγώ –[…]- μου παρουσιαζόταν η ευκαιρία να βγω μπροστά, όμως προτίμησα να αντισταθώ σε μια τόσο άνανδρη φιλοδοξία.
Κανένα φυσικό ή ψυχικό μειονέκτημα του ανθρώπου δε μου προκαλεί αποστροφή παρά μόνο η ανανδρία, και τίποτα δε με συναρπάζει περισσότερο από τη φιλοδοξία που έχει ως αφετηρία της τη γενναιότητα.
η ανταπόδοση της γενναιοδωρίας: Στον Γκάτσο αρχίζουν να γίνονται ορατά τα σημάδια της φθοράς. Το σώμα γερνάει, η φλόγα του πνεύματος θαμπώνει. Η Αγαθή Δημητρούκα αναρωτιέται:
Θ’ άντεχα να ζήσω πλάι του δέκα –και παραπάνω ίσως- γερασμένα χρόνια; Θα μπορούσα ν’ αντέξω τη φθορά του; Να βλέπω το μυαλό που λάτρεψα να χάνει την ισχύ του; Δεν ήταν η αγάπη του κορμιού που μας συνέδεε. Όχι! Δεν θα μπορούσα. Δε θα το άντεχα. Κι ακριβώς γι’ αυτό έπρεπε να φύγω: για να μην είμαι εκεί στην ερήμωση του νου. Όμως, αν έφευγα, τι θα έκανε εκείνος; Θα μπορούσε ν’ αντέξει τη δειλία μου; Όχι! Αποκλείεται! Δε θα μπορούσε. Η φυγή μου θα τον σκότωνε. Δεν ήταν μια συνηθισμένη φυγή σε καιρό ειρήνης. Ήταν λιποταξία! Γιατί είχε ξεσπάσει ο πόλεμος της ηλικίας. Ήταν ακύρωση των βιωθέντων από τα μη δυνάμενα να βιωθούν. Θα πολεμήσω είπα· κι έμεινα.
dimitrouka-exΌσο διαβάζει κανείς το βιβλίο, ακόμα και μέσα στην καρδιά των διηγήσεων που πρωτοστατεί ο Γκάτσος, συνειδητοποιεί πως τον ενδιαφέρει μονάχα η Αγαθή Δημητρούκα, λες και όλα τα γύρω από αυτήν πρόσωπα, και ο ίδιος ο Γκάτσος, έχουν απορροφηθεί στο πνεύμα της και ενυπάρχουν ως αύρα συναισθήματος στην εκ βαθέων εξομολόγησή της.
Οι αρετές της γραφής σ’ αυτό το βιβλίο είναι πολλές. Θα σημειώσω τη γάργαρη ροή της αφήγησης, την ενδιαφέρουσα αλλαγή ροής στις διαδρομές του νερού, καθώς και την έγκαιρη διακοπή της ροής προτού πλημμυρίσουν οι σελίδες και πνιγεί το φύτρο της αφήγησης χωρίς να βλαστήσει. Ακόμη τα ποικίλματα του κειμένου με στίχους της Αγαθής Δημητρούκα που είτε ερμηνεύουν είτε υποστηρίζουν την αφήγηση. Κι ακόμη τις χρήσιμες σημειώσεις, που εκτείνονται σε ενάμισι, σχεδόν, τυπογραφικό και, γραμμένες με κάποιο συναίσθημα, όπως τονίζει η συγγραφέας, αποτελούν συνέχεια της αφήγησης.
Η ίδια η συγγραφέας, σε ένα αυτοαναφορικό κείμενο σχετικά με τη γραφή αυτού του βιβλίου, έχει πει:
Πρόκειται για το πρώτο μου βιβλίο που απευθύνεται σε ενήλικους αναγνώστες, οι οποίοι εύκολα θα αντιληφθούν ότι χρησιμοποιώ τη ζωή μου, παρ’ όλες τις τραγικές αντιθέσεις της, ως αφορμή για να μεταφέρω βιωμένες μνήμες καθώς και δανεισμένες, για να καταθέσω μαρτυρίες αλλά και συναισθήματα και για να αποδώσω ατμόσφαιρες χωρίς παραμορφώσεις απ’ τον χρόνο.
Το προσωπικό μου όφελος; Ώσπου να κλείσουν οι δύο μήνες της συγγραφής, αισθάνθηκα την ψυχή μου να μαλακώνει, την ανάσα μου να δυναμώνει και να βρίσκω το πολύτιμο σθένος να αντισταθώ, μαζί με όσους αντιστέκονται, σε όλα αυτά που μας κάνουν να πουλάμε τη ζωή και να χρεώνουμε τον θάνατο, χωρίς να μαθαίνουμε ποτέ τι μένει.
Γιώργος Χ. Θεοχάρης

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

"Πώς να απαλλαγελιτε από το κάπνισμα πανεύκολα!"





ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Ο σύλλογος ΦΙΛΟΙ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ σας προσσκαλεί στην εκδήλωση-παρουσίαση του βιβλίου "Πώς να απαλλαγείτε από το κάπνισμα πανεύκολα!" του Λιβαδείτη συγγραφέα, μουσικού και εκπαιδευτικού Θανάση Αποστόλου, την Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012 και ώρα 7.30 μμ, στην αίθουσα εκδηλώσεων της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Λεβαδείας (Κάδμου 7 & Δαιδάλου, 3ος όρ.)
Μήπως;
Μισείτε το τσιγάρο αλλά ταυτόχρονα το λατρεύετε και δε μπορείτε να φανταστείτε τη ζωή σας χωρίς αυτό;
Έχετε ποτέ παγώσει από φόβο νιώθοντας έναν περίεργο πόνο κάπου στο σώμα σας; Αναρωτηθήκατε μήπως έφτασε η ώρα να "πληρώσετε" τα χιλιάδες τοξικά τσιγάρα που καπνίσατε;
Έχετε νιώσει υπερηφάνεια και αποφασιστικότητα διακόπτοντάς το ... και μετά από λίγες μέρες ή μήνες τον εξευτελισμό και την απογοήτευση του ξανακυλίσματος;
Ανησυχείτε για ένα αγαπημένο σας πρόσωπο που καπνίζει;
Νιώθετε ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ να μάθετε γιατί ακριβώς αγαπάμε τόσο κάτι που μας σκοτώνει και μας αφαιρεί τόσα χρήματα;
Τότε, θα πρέπει να ακούσουμε όλοι μας τι έχει να μας πει ο Θανάσης Αποστόλου!!!

==============================
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Θανάσης Αποστόλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λιβαδειά. Σπούδασε Μουσικολογία στο ΑΠΘ. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται στο Γυμνάσιο Αγίου Γεωργίου και μένει στη Λιβαδειά.
Από μικρός του άρεσε να ψάχνει το "γιατί" και το "πώς" πίσω από κάθε τι. Τον ευχαριστεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι η δουλειά του του επιτρέπει να αφιερώνει χρόνο στα ενδιαφέροντά του.
Έχει εκδόσει το βιβλίο "Πώς να απαλλαγείτε από το κάπνισμα πανεύκολα!", που κυκλοφορεί σε έντυπη αλλά και ηλεκτρονική (pdf) μορφή (οι 100 πρώτες σελίδες).
Έχει δημιουργήσει την ιστοσελίδα Skeptomai.gr - σκέφτομαι άρα υπάρχω, και κανάλι στο Youtube η σιωπή των μαθητών

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

«Εφυγε» ο ποιητής του καμβά, Αντόνι Τάπιες

O τελευταίος κορυφαίος Ισπανός ζωγράφος και από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, ο Αντόνι Τάπιες, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 88 ετών, στη γενέτειρά του Βαρκελώνη, όπου ζούσε και είχε το ομώνυμο ίδρυμά του. Πολλοί κατατάσσουν τον Τάπιες δίπλα στα μεγάλα ονόματα της τέχνης του προηγούμενου αιώνα, μαζί με τον συμπατριώτη του Πικάσο, τον Νταλί, τον Μιρό κ.ά.
Ο Αντόνι Τάπιες ήταν ένας ποιητής του καμβά. Επλασε τη δόξα του με ταπεινά υλικά, «απόβλητα του πολιτισμού», όπως σπάγκους, σύρματα, κουρέλια, χαρτιά, άχυρα, χώμα. «Η τελειότητα, έλεγε, δεν αναδεικνύεται μόνον από τις υψηλές ιδέες, αλλά θα πρέπει να συμβαδίζει και με μια γήινη σχέση».








Αφησε πίσω του έναν τεράστιο αριθμό έργων, περίπου 8.000, πολλά από τα οποία κοσμούν τις μόνιμες συλλογές ορισμένων από τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου, όπως το ΜΟΜΑ της Νέας Υόρκης, το Μπομπούρ του Παρισιού, την Τέιτ Γκάλερι του Λονδίνου κ.ά. Ενας μεγάλος αριθμός έργων του βρίσκονται και στο ομώνυμο Ιδρυμα στη Βαρκελώνη, το οποίο ο καλλιτέχνης ίδρυσε το 1984, με σκοπό την προώθηση και τη μελέτη της σύγχρονης τέχνης.
Ο Τάπιες «δημιούργησε ένα δικό του λεξιλόγιο, το οποίο μας επέτρεψε να δούμε την πραγματικότητα με διαφορετικό τρόπο», όπως δήλωσε ο Μανουέλ Μπόρχα-Βιλιέλ, διευθυντής του Μουσείου «Ρέινα Σοφία» της Μαδρίτης, το οποίο διαθέτει μια πλούσια συλλογή έργων του Καταλανού ζωγράφου.
Γεννημένος το 1923, γόνος αστικής οικογένειας της Βαρκελώνης, ο Τάπιες παράτησε τις νομικές σπουδές του για να αφοσιωθεί στην τέχνη. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του περιοδικού και της ομάδας Ντάου αλ Σελ, ενός πρωτοποριακού κινήματος στη Βαρκελώνη στα τέλη της δεκαετίας του 1940, που συνδύαζε τον υπερρεαλισμό και τον ντανταϊσμό.
Γήινα χρώματα
Επηρεασμένος από τον Μιρό κυρίως, ανέπτυξε ένα δραματικό ύφος, όπου κυριαρχούν η λιτή, απέριττη εικονογραφία και τα γήινα χρώματα. Οι αφηρημένοι πίνακές του με γρατσουνισμένα ή ξυσμένα χρώματα θυμίζουν άνυδρα ισπανικά τοπία και ανήκουν στα χαρακτηριστικότερα δείγματα της τέχνης του.
Με βάση το προσωπικό ύφος του, οι ειδικοί τον κατατάσσουν στο εικαστικό κίνημα του Αφορμισμού. Και ο Τάπιες δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστος στο έργο του από τη φρίκη του Ισπανικού Πολέμου. Το 1950 βρέθηκε με υποτροφία στο Παρίσι, όπου γνώρισε τον άλλο μεγάλο Ισπανό, τον Πικάσο. Στις δεκαετίες του '60 και του '70 στρατεύτηκε εναντίον του Φράνκο. Κι αυτή η εμπειρία «πέρασε» στα έργα του.
Με τον χαρακτηρισμό «ποιητής της ύλης» αποχαιρέτησε η «Ελ Παΐς» τον Αντόνι Τάπιες, ενώ ο πρωθυπουργός της χώρας Μαριάνο Ραχόι μίλησε για «έναν από τους μεγάλους καινοτόμους της τέχνης του 20ού αιώνα». Ο Τάπιες τιμήθηκε με πολλές σημαντικές διακρίσεις, ανάμεσά τους ο τίτλος του Μαρκήσιου με τον οποίο τον έχρισε το 2010 ο βασιλιάς Χουάν Κάρλος.
ΔΗΜΗΤΡΑ ΡΟΥΜΠΟΥΛΑ e-go.gr